Menu
A- A A+

Προτάσεις για ισότιµη κατανοµή βαρών

Για να ανακοπεί η περαιτέρω συσσώρευση απωλειών και επιδείνωση της άνισης κατανοµής των οικονοµικών βαρών της εισβολής πρέπει η ετήσια οικονοµική βοήθεια προς τους εκτοπισµένους και
παθόντες από την Τουρκική εισβολή να αυξηθεί σε ΛΚ250 εκατοµµύρια σε τιµές 1995. Το ποσό αυτό, που πρέπει να αυξάνεται µε τον πληθωρισµό και την αύξηση της αξίας της γης, αντανακλά το πραγµατικό ετήσιο κόστος που προκαλείται λόγω της στέρησης πρόσβασης στις κατεχόµενες και απροσπέλαστες περιουσίες.

Όµως, για να συνάδει µε την αναπτυξιακή πορεία και Ευρωπαϊκό προσανατολισµό της Κυπριακής οικονοµίας, η αύξηση των κρατικών εσόδων που είναι αναγκαία για την προώθηση ισότιµης κατανοµής των οικονοµικών βαρών της κατοχής πρέπει να συνδυαστεί µε την εναρµόνιση του φορολογικού συστήµατος µε αυτό της ΕΕ. Στην παρούσα µελέτη προτείνεται αύξηση των συντελεστών φορολογίας στην κατανάλωση και µείωση των άµεσων φόρων στα µεσαία επίπεδα εισοδήµατος. Η προτεινόµενη φορολογική µεταρρύθµιση υπολογίζεται ότι θα οδηγήσει σε αύξηση των κρατικών εσόδων κατά ΛΚ100 εκατοµµύρια σε τιµές 1995.7 Το ποσό αυτό συν τα ΛΚ80 του προϋπολογισµού του ΤΑΕΠ και άλλα τόσα περίπου από την αξιοποίηση της εγκαταλειµµένης Τουρκοκυπριακής περιουσίας, είναι αρκετό για κάλυψη των ετήσιων απωλειών (ΛΚ250 εκατοµµύρια σε τιµές 1995) των ιδιοκτητών κατεχόµενων περιουσιών.

Το ισχύον καθεστώς παροχής οικονοµικής βοήθειας προς τους εκτοπισµένους και παθόντες από την κατοχή βασίζεται στο ΤΑΕΠ και το Σχέδιο Φερεγγυότητας, που εφαρµόζεται από τον Κεντρικό Φορέα Ισότιµης Κατανοµής Βαρών. Το Σχέδιο Φερεγγυότητας παρέχει σηµαντική οικονοµική βοήθεια τους ιδιοκτήτες κατεχόµενων περιουσιών και εξυπηρετεί σε µεγάλο βαθµό το στόχο της επίτευξης ισότιµης κατανοµής των οικονοµικών βαρών που προκύπτουν από τη συνεχιζόµενη Τουρκική κατοχή. Όµως, µε το ισχύον καθεστώς δεν ωφελούνται όλοι οι δικαιούχοι σύµφωνα µε την αξία της κατεχόµενης περιουσίας τους, λόγω των περιορισµών που υπάρχουν για την έγκριση δανείου.

Τα εναλλακτικά µέτρα που προτείνονται στην παρούσα µελέτη στηρίζονται στην αρχή ότι η οικονοµική βοήθεια πρέπει να παρέχεται σε όλους τους εκτοπισµένους και παθόντες από την εισβολή σύµφωνα µε την αξία των κατεχόµενων περιουσιών, όπως αυτή εκτιµάται ότι θα ήταν αν δεν συνέβαινε η εισβολή. Τα µέτρα αυτά είναι:

(α) η µετεξέλιξη του Σχεδίου Φερεγγυότητας σε χρηµατοπιστωτικό οργανισµό που να λειτουργεί ως Συνεργατική Τράπεζα για τους Εκτοπισµένους και Παθόντες (ΣΤΕΠ) από την εισβολή, ή

(β) η παραχώρηση κρατικών Χρεογράφων Απροσπέλαστης/Κατεχόµενης Ακίνητης Περιουσίας (ΧΑΚΑΠ) προς τους εκτοπισµένους και παθόντες από την εισβολή.

Η ΣΤΕΠ θα εξασφαλίζει εισόδηµα στους δικαιούχους ίσο περίπου µε το 1,5% της τρέχουσας αξίας της κατεχόµενης ή απροσπέλαστης περιουσίας τους. Για σκοπούς δανειοδότησης η ΣΤΕΠ θα αναγνωρίζει τους τίτλους κατεχόµενης ή απροσπέλαστης περιουσίας, όπως ακριβώς οι εµπορικές τράπεζες αναγνωρίζουν τους τίτλους περιουσίας στις ελεύθερες περιοχές. Οι τίτλοι δεν θα είναι διαπραγµατεύσιµοι, αλλά θα είναι µεταβιβάσιµοι µε κληρονοµιά ή δωρεά σε εξ αίµατος ή εξ υιοθεσίας κατ’ ευθείαν γραµµή απογόνους του προ της εισβολής ιδιοκτήτη. Οι δαπάνες της ΣΤΕΠ θα είναι ίσες µε τις απώλειες πρόσβασης στις κατεχόµενες Ελληνοκυπριακές περιουσίες (δηλαδή ΛΚ250 εκατοµµύρια περίπου σε τιµές 1995) και θα καλύπτονται κυρίως από κρατική χορηγία, την εκµετάλλευση εγκαταλειµµένης Τουρκοκυπριακής περιουσίας και από τραπεζιτικές δραστηριότητες, που λόγω της φύσης της θα είναι υποχρεωµένη να αναπτύξει η ΣΤΕΠ.

Στην εναλλακτική περίπτωση που αντί της ΣΤΕΠ θα δοθούν ΧΑΚΑΠ στους ιδιοκτήτες απροσπέλαστης ή κατεχόµενης περιουσίας, η αξία τους θα αντανακλά την αξία της περιουσίας αυτής στο χρόνο
έκδοσής των χρεογράφων. Τα ΧΑΚΑΠ θα έχουν απόδοση (σε µορφή µερίσµατος) όπως και οι µετοχές της ΣΤΕΠ. Επίσης θα έχουν κεφαλαιουχικό κέρδος ίσο µε την αύξηση της αξίας της γης στις ελεύθερες περιοχές, που θα ενσωµατώνεται στην αξία του χρεογράφου. Τα ΧΑΚΑΠ θα είναι µεταβιβάσιµα µόνο µε κληρονοµιά ή δωρεά σε εξ αίµατος ή εξ υιοθεσίας κατ’ ευθείαν γραµµή απογόνους. Όπως και στην περίπτωση της ΣΤΕΠ, οι δαπάνες των ΧΑΚΑΠ θα είναι ίσες µε τις απώλειες πρόσβασης στις κατεχόµενες περιουσίες (δηλαδή ΛΚ250 εκατοµµύρια σε τιµές 1995).

Η εφαρµογή ενός από τα δύο εναλλακτικά µέτρα που προτείνονται πιο πάνω θα αντικαθιστούσε το ΤΑΕΠ, το Σχέδιο Φερεγγυότητας και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται προς τους εκτοπισµένους και παθόντες από την Τουρκική εισβολή.

Τα προτεινόµενα µέτρα λαµβάνουν υπόψη:

• τη διατήρηση του δικαιώµατος επιστροφής της κατεχόµενης γης στους νόµιµους ιδιοκτήτες της,

• το όφελος από την εκµετάλλευση εγκαταλειµµένης Τουρκοκυπριακής περιουσίας στις ελεύθερες περιοχές,

• τη βοήθεια σε επιχειρηµατίες στα πλαίσια της επαναδραστηριοποίησης της οικονοµίας µετά την εισβολή, και

• τον Ευρωπαϊκό προσανατολισµό και τις γενικότερες επιπτώσεις στην Κυπριακή οικονοµία.

Ισότιµη κατανοµή οικονοµικών βαρών και κοινωνική δικαιοσύνη

Οι εισηγήσεις για ισότιµη κατανοµή βαρών που περιέχονται στην παρούσα µελέτη ικανοποιούν το κριτήριο της οικονοµικής δικαιοσύνης, χωρίς να γίνεται αναφορά στο κριτήριο κοινωνικής δικαιοσύνης.

Αυτό δεν σηµαίνει ότι πρέπει να αγνοηθεί η κοινωνική πτυχή του προβλήµατος της ισότιµης κατανοµής των οικονοµικών βαρών που προέκυψαν από την Τουρκική εισβολή και κατοχή. Απλά τα ζητήµατα κοινωνικής δικαιοσύνης είναι πέραν του ορίζοντα της παρούσας µελέτης, διότι δεν είναι δυνατόν να αναλυθούν µόνο µε επιστηµονικά κριτήρια. Για παράδειγµα, ένας τρόπος επίτευξης κοινωνικής δικαιοσύνης είναι να επιβληθεί ειδική φορολογία στα οφέλη που θα προκύψουν από τα µέτρα αυτά µε υψηλούς συντελεστές για τους εύπορους δικαιούχους. Όµως, πώς ακριβώς πρέπει να διαφοροποιηθούν τα οφέλη (µε τη φορολογία ή µε άλλο τρόπο) ανάλογα µε την οικονοµική κατάσταση του δικαιούχου είναι ερώτηµα που εκτός από επιστηµονικά χρειάζεται πολιτικά και ιδεολογικά κριτήρια για να αναλυθεί.

Εποµένως, οποιαδήποτε µέτρα ληφθούν για την ισότιµη κατανοµή των οικονοµικών βαρών που προέκυψαν από την Τουρκική εισβολή θα είναι µια πολιτική απόφαση και είναι αναµενόµενο ότι θα λαµβάνουν υπόψη ζητήµατα κοινωνικής δικαιοσύνης. Όµως, σε ποιο βαθµό θα συµβεί αυτό θα εξαρτηθεί από τις κοινωνικές ευαισθησίες αυτών που θα πάρουν τις πολιτικές αποφάσεις.